Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
paltry
01
ασήμαντος, εξαθλιωμένος
small or meager in amount, often considered inadequate
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
paltriest
συγκριτικός βαθμός
paltrier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Despite working long hours, he earned only a paltry sum each month.
Παρά τις μεγάλες ώρες εργασίας, κέρδιζε μόνο ένα ασήμαντο ποσό κάθε μήνα.
02
ασήμαντος, εξευτελιστικός
having little value or importance
Παραδείγματα
The paltry excuse he provided for his absence was not convincing.
Η ασήμαντη δικαιολογία που παρέδωσε για την απουσία του δεν ήταν πειστική.
Λεξικό Δέντρο
paltriness
paltry



























