overlooked
o
ˌəʊ
ew
ver
looked
ˈlʊkt
lookt
overcookedoverloaded

Ορισμός και σημασία του "overlooked"στα αγγλικά

overlooked
01

παραβλεπόμενος, αγνοημένος

not noticed or considered 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most overlooked
συγκριτικός βαθμός
more overlooked
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
attention, perception, evaluation
Παραδείγματα
The overlooked fact in the case changed the entire outcome of the trial. 

Το παραβλεφθέν γεγονός στην υπόθεση άλλαξε ολόκληρο το αποτέλεσμα της δίκης.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

overlooked
overlook
look
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store