Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
overlying
01
επικαλυπτικός, υπερκείμενος
placed on or over something else
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
επικαλυπτικός, υπερκείμενος