overlying
Pronunciation
/ˌoʊvɝˈɫaɪɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "overlying"στα αγγλικά

01

επικαλυπτικός, υπερκείμενος

placed on or over something else
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store