overlying
o
ˌəʊ
ew
ver
və
vē
lying
ˈlaɪɪng
laiing
overlong

Ορισμός και σημασία του "overlying"στα αγγλικά

01

επικαλυπτικός, υπερκείμενος

placed on or over something else 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
position, structure

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store