Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Overlord
01
ανώτατος άρχοντας, κύριος
someone who is in a position of power, especially in the past
Παραδείγματα
During the empire, the emperor was considered the ultimate overlord.
Κατά τη διάρκεια της αυτοκρατορίας, ο αυτοκράτορας θεωρούνταν ο απόλυτος ανώτατος άρχοντας.
Λεξικό Δέντρο
overlord
lord



























