overlord
o
ˈəʊ
ew
ver
lord
ˌlɔ:d
lawd

Ορισμός και σημασία του "overlord"στα αγγλικά

01

ανώτατος άρχοντας, κύριος

someone who is in a position of power, especially in the past 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
overlords
Παραδείγματα
The medieval lord acted as an overlord over the neighboring villages. 

Ο μεσαιωνικός άρχοντας ενεργούσε ως ανώτατος άρχοντας πάνω από τα γειτονικά χωριά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

overlord
lord
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store