Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
orthodox
01
ορθόδοξος, παραδοσιακός
following established beliefs, traditions, or accepted standards
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
υπερθετικός βαθμός
most orthodox
συγκριτικός βαθμός
more orthodox
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The school required students to adhere to orthodox dress codes, including uniforms and modest attire.
Το σχολείο απαιτούσε από τους μαθητές να τηρούν ορθόδοξους κώδικες ενδυμασίας, συμπεριλαμβανομένων των στολών και των μετρίων ενδυμάτων.
02
ορθόδοξος, ακολουθεί αυστηρά τους παραδοσιακούς εβραϊκούς νόμους και έθιμα
strictly following traditional Jewish laws and customs
Παραδείγματα
The restaurant caters to Orthodox Jews by offering only kosher meals.
Το εστιατόριο εξυπηρετεί ορθόδοξους Εβραίους προσφέροντας μόνο κοσέρ γεύματα.
03
ορθόδοξος, σχετικός με την Ορθόδοξη Εκκλησία
related to the beliefs, practices, or traditions that are in accordance with the teachings and customs of the Eastern Orthodox Church
Παραδείγματα
The Orthodox church in the village holds traditional liturgical services every Sunday.
Η Ορθόδοξη εκκλησία στο χωριό πραγματοποιεί παραδοσιακές λειτουργικές τελετές κάθε Κυριακή.
Λεξικό Δέντρο
orthodoxy
unorthodox
orthodox



























