Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
obtuse
01
αμβλύς, αργός στην κατανόηση
slow or reluctant to understand things or respond emotionally to something
Παραδείγματα
Despite the clear explanation, he remained obtuse and failed to grasp the concept.
Παρά την ξεκάθαρη εξήγηση, παρέμεινε αμβλύς και απέτυχε να κατανοήσει την έννοια.
02
αμβλύς
(of angle) greater than 90 degrees but less than 180 degrees
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most obtuse
συγκριτικός βαθμός
more obtuse
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The angle formed by the hands of the clock at 2:30 is obtuse, measuring approximately 120 degrees.
Η γωνία που σχηματίζεται από τα χέρια του ρολογιού στις 2:30 είναι αμβλεία, μετρώντας περίπου 120 μοίρες.
03
ανώριμος, εξαρτώμενος
(of a young pigeon) immature and still dependent on parental care
Παραδείγματα
The mother pigeon fed her obtuse chicks in the nest.
Η μητέρα περιστέρι τάισε τα αμβλύ νεοσσούς της στη φωλιά.
04
αμβλύς, στρογγυλεμένος
(of a leaf) having a rounded or blunt tip rather than a pointed apex
Παραδείγματα
The botanist identified the plant by its obtuse leaves.
Ο βοτανολόγος αναγνώρισε το φυτό από τα αμβλύ φύλλα του.
05
αναισθητος, λιγοσυνειδητος
not keenly aware of subtlety
Παραδείγματα
She was obtuse to the irony in his statement.
Ήταν αμβλεία στην ειρωνεία της δήλωσής του.
Λεξικό Δέντρο
obtusely
obtuseness
obtuse



























