Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
obligatory
01
υποχρεωτικός, επιτακτικός
necessary as a result of a rule or law
Παραδείγματα
Filling out the necessary paperwork is obligatory before starting a new job.
Η συμπλήρωση των απαραίτητων εγγράφων είναι υποχρεωτική πριν από την έναρξη μιας νέας εργασίας.
02
υποχρεωτικός, τελετουργικός
done out of routine or social expectation, often with little enthusiasm
Παραδείγματα
He made the obligatory New Year's resolution to exercise more.
Έκανε την υποχρεωτική ευχή της Πρωτοχρονιάς να ασκείται περισσότερο.
Λεξικό Δέντρο
nonobligatory
obligatorily
obligatory
oblige



























