Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Obfuscation
01
σύγχυση, εσκεμμένη περιπλοκή
the action of deliberately making something complicated and hard to understand
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
obfuscations
Παραδείγματα
The writer's deliberate obfuscation of the plot created a sense of mystery but left readers confused and frustrated.
Η εσκεμμένη ασαφής της πλοκής από τον συγγραφέα δημιούργησε μια αίσθηση μυστηρίου αλλά άφησε τους αναγνώστες μπερδεμένους και απογοητευμένους.
02
σκοτάδι, θόλωση
the act of darkening and making something look less clear
Παραδείγματα
The nightfall brought obfuscation to the surroundings, making it difficult to discern objects in the distance.
Το σούρουπο έφερε θόλωση στο περιβάλλον, καθιστώντας δύσκολο να διακρίνει κανείς αντικείμενα σε απόσταση.
03
σύγχυση, ασάφεια
confusion resulting from failure to understand
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
obfuscation
obfuscate



























