Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to obey
01
υπακούω, τηρώ
to follow commands, rules, or orders
Transitive: to obey rules or orders
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
obey
γ΄ ενικό πρόσωπο
obeys
ενεστώτα μετοχή
obeying
απλός αόριστος
obeyed
παθητική μετοχή
obeyed
Παραδείγματα
In a classroom, students are expected to obey the teacher's directions.
Σε μια τάξη, αναμένεται οι μαθητές να υπακούουν στις οδηγίες του δασκάλου.
Λεξικό Δέντρο
disobey
obey



























