Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to obey
01
υπακούω, τηρώ
to follow commands, rules, or orders
Transitive: to obey rules or orders
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
obey
γ΄ ενικό πρόσωπο
obeys
ενεστώτα μετοχή
obeying
απλός αόριστος
obeyed
παθητική μετοχή
obeyed
Παραδείγματα
Children are expected to obey their parents' instructions.
Αναμένεται τα παιδιά να υπακούουν στις οδηγίες των γονέων τους.
Λεξικό Δέντρο
disobey
obey



























