to obey
o
əʊ
ew
bey
ˈbeɪ
bei
praypliewheyshay

Ορισμός και σημασία του "obey"στα αγγλικά

to obey
01

υπακούω, τηρώ

to follow commands, rules, or orders 
Transitive: to obey rules or orders
to obey definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
obey
γ΄ ενικό πρόσωπο
obeys
ενεστώτα μετοχή
obeying
απλός αόριστος
obeyed
παθητική μετοχή
obeyed
Παραδείγματα
Children are expected to obey their parents' instructions. 

Αναμένεται τα παιδιά να υπακούουν στις οδηγίες των γονέων τους.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store