Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
nicely
01
όμορφα, ευχάριστα
in a pleasant, attractive, or enjoyable way
Παραδείγματα
The colors in the painting were nicely balanced.
Τα χρώματα στον πίνακα ήταν ευχάριστα ισορροπημένα.
1.1
καλά, ευγενικά
in a kind, friendly, or polite manner
Παραδείγματα
The teacher told him nicely to sit down and pay attention.
Ο δάσκαλος του είπε ευγενικά να καθίσει και να δώσει προσοχή.
Παραδείγματα
They managed their finances nicely and avoided debt.
Διαχειρίστηκαν τις οικονομικές τους υποθέσεις κατάλληλα και απέφυγαν τα χρέη.
03
επιδέξια, με ακρίβεια
in a careful, precise, or skillful way
Παραδείγματα
The coach nicely explained the tactics during the break.
Ο προπονητής καλά εξήγησε τις τακτικές κατά τη διάρκεια του διαλείμματος.
Λεξικό Δέντρο
nicely
nice



























