nicely
nice
ˈnaɪs
ναισ
ly
li
λι
/nˈa‍ɪsli/

Ορισμός και σημασία του "nicely"στα αγγλικά

01

όμορφα, ευχάριστα

in a pleasant, attractive, or enjoyable way
Παραδείγματα
The colors in the painting were nicely balanced.
Τα χρώματα στον πίνακα ήταν ευχάριστα ισορροπημένα.
1.1

καλά, ευγενικά

in a kind, friendly, or polite manner
Παραδείγματα
The teacher told him nicely to sit down and pay attention.
Ο δάσκαλος του είπε ευγενικά να καθίσει και να δώσει προσοχή.
02

όμορφα, ευχάριστα

in a way that is acceptable or satisfactory
Παραδείγματα
They managed their finances nicely and avoided debt.
Διαχειρίστηκαν τις οικονομικές τους υποθέσεις κατάλληλα και απέφυγαν τα χρέη.
03

επιδέξια, με ακρίβεια

in a careful, precise, or skillful way
Formal
Παραδείγματα
The coach nicely explained the tactics during the break.
Ο προπονητής καλά εξήγησε τις τακτικές κατά τη διάρκεια του διαλείμματος.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store