muffled
mu
ˈmʌ
ma
ffled
fəld
fēld
ruffledunruffled

Ορισμός και σημασία του "muffled"στα αγγλικά

01

πνιγμένος, χαμηλωμένος

having a sound that is muted, subdued, or dampened 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most muffled
συγκριτικός βαθμός
more muffled
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The distant thunder had a muffled quality, indicating the storm was still far away. 

Ο μακρινός κεραυνός είχε μια πνιγμένη ποιότητα, υποδεικνύοντας ότι η καταιγίδα ήταν ακόμα μακριά.

02

πνιγμένος, τυλιγμένος

wrapped, covered, or concealed, often for protection, warmth, or secrecy 
Παραδείγματα
The child lay in a muffled blanket to keep warm. 

Το παιδί κείτονταν σε μια πνιγμένη κουβέρτα για να παραμείνει ζεστό.

Λεξικό Δέντρο

muffled
muffle
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store