Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
muffled
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most muffled
συγκριτικός βαθμός
more muffled
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The distant thunder had a muffled quality, indicating the storm was still far away.
Ο μακρινός κεραυνός είχε μια πνιγμένη ποιότητα, υποδεικνύοντας ότι η καταιγίδα ήταν ακόμα μακριά.
02
πνιγμένος, τυλιγμένος
wrapped, covered, or concealed, often for protection, warmth, or secrecy
Παραδείγματα
The child lay in a muffled blanket to keep warm.
Το παιδί κείτονταν σε μια πνιγμένη κουβέρτα για να παραμείνει ζεστό.
Λεξικό Δέντρο
muffled
muffle



























