Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Muesli
01
μούσλι, μπίρχερμούσλι
a Swiss breakfast dish of oats, dried fruits, nuts and other grains mixed with milk
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
mueslis
LanGeek



























