Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to mobilize
01
κινητοποιώ, οργανώνω
(of a state) to organize and prepare for a military operation
Transitive: to mobilize military forces
Παραδείγματα
In response to the threat, the country decided to mobilize its military forces.
Σε απάντηση στην απειλή, η χώρα αποφάσισε να κινητοποιήσει τις στρατιωτικές της δυνάμεις.
02
κινητοποιώ, συγκεντρώνω
to gather and prepare resources or people for a specific purpose or action
Transitive: to mobilize sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
mobilize
γ΄ ενικό πρόσωπο
mobilizes
ενεστώτα μετοχή
mobilizing
απλός αόριστος
mobilized
παθητική μετοχή
mobilized
Παραδείγματα
The company had to mobilize its workers to meet the deadline.
Η εταιρεία έπρεπε να κινητοποιήσει τους εργαζομένους της για να τηρηθεί η προθεσμία.
03
κινητοποιώ, συγκεντρώνω
to be gathered or prepared for action, especially in a military or organizational context
Intransitive
Παραδείγματα
The troops will mobilize tomorrow for the mission.
Οι στρατεύματα θα κινητοποιηθούν αύριο για την αποστολή.
04
κινητοποιώ, καθιστώ κινητό
to make something capable of moving or easier to move
Transitive: to mobilize sth
Παραδείγματα
The wheels were installed to mobilize the cart.
Οι τροχοί εγκαταστάθηκαν για να κινητοποιήσουν το καρότσι.
Λεξικό Δέντρο
immobilize
mobilize
mobile



























