minimized
Pronunciation
/ˈmɪnəˌmaɪzd/
minimised

Ορισμός και σημασία του "minimized"στα αγγλικά

01

ελαχιστοποιημένος, μειωμένος στη μικρότερη δυνατή ποσότητα

decreased to the smallest amount or quantity possible
minimized definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most minimized
συγκριτικός βαθμός
more minimized
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The athlete 's minimized recovery time allowed him to return to competition sooner than expected.
Ο ελαχιστοποιημένος χρόνος ανάρρωσης του αθλητή του επέτρεψε να επιστρέψει στον αγώνα νωρίτερα από το αναμενόμενο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store