Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
minimized
01
ελαχιστοποιημένος, μειωμένος στη μικρότερη δυνατή ποσότητα
decreased to the smallest amount or quantity possible
Παραδείγματα
The athlete 's minimized recovery time allowed him to return to competition sooner than expected.
Ο ελαχιστοποιημένος χρόνος ανάρρωσης του αθλητή του επέτρεψε να επιστρέψει στον αγώνα νωρίτερα από το αναμενόμενο.
Λεξικό Δέντρο
minimized
minimize
mini



























