minimized
mi
ˈmɪ
mi
ni
ni
mized
maɪzd
maizd
minimised

Ορισμός και σημασία του "minimized"στα αγγλικά

01

ελαχιστοποιημένος, μειωμένος στη μικρότερη δυνατή ποσότητα

decreased to the smallest amount or quantity possible 
minimized definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most minimized
συγκριτικός βαθμός
more minimized
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The minimized risk made the investment more appealing to cautious investors. 

Ο ελαχιστοποιημένος κίνδυνος έκανε την επένδυση πιο ελκυστική για προσεκτικούς επενδυτές.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store