Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
meager
01
λιγοστός, ανεπαρκής
lacking in quantity, quality, or extent
Παραδείγματα
The job offer came with a meager salary that did not align with the candidate's expectations.
Η προσφορά εργασίας ήρθε με ένα λιγοστό μισθό που δεν ταίριαζε με τις προσδοκίες του υποψηφίου.
Παραδείγματα
The meager horse struggled to pull the heavy cart, its bony frame barely supporting the load.
Το αδύνατο άλογο αγωνίστηκε να τραβήξει το βαρύ καρότσι, το οστεώδες πλαίσιό του μόλις που στήριζε το φορτίο.
Λεξικό Δέντρο
meagerly
meagerness
meager



























