meager
mea
ˈmi:
mi
ger
merger
meagre

Ορισμός και σημασία του "meager"στα αγγλικά

01

λιγοστός, ανεπαρκής

lacking in quantity, quality, or extent 
meager definition and meaning
αποδοκιμαστικό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
meagerest
συγκριτικός βαθμός
meagerer
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The family survived on a meager income, struggling to make ends meet. 

Η οικογένεια επέζησε με ένα λιγοστό εισόδημα, παλεύοντας να τα βγάλει πέρα.

02

αδύνατος, λεπτός

(of people or animals) lean or thin, often suggesting a lack of nourishment or robustness 
αποδοκιμαστικό
Παραδείγματα
The stray dog was meager, with ribs visible through its fur. 

Ο αδέσποτος σκύλος ήταν αδύνατος, με τις πλευρές του ορατές μέσα από το τρίχωμά του.

Λεξικό Δέντρο

meagerly
meagerness
meager
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store