bony
bo
ˈbəʊ
μπεου
ny
ni
νι
boneybonny

Ορισμός και σημασία του "bony"στα αγγλικά

01

οστεώδης, σκελετικός

extremely thin to the point where the outlines of one's bones are visible beneath one's skin 
bony definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
boniest
συγκριτικός βαθμός
bonier
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
body, appearance, health
Παραδείγματα
Despite her efforts to gain weight, her bony frame remained unchanged. 

Παρά τις προσπάθειές της να πάρει βάρος, η οστεώδης δομή της παρέμεινε αμετάβλητη.

02

οστώδης, γεμάτος κόκαλα

containing bones or an abundance of bones 
Παραδείγματα
She preferred the bony cut of beef short ribs. 

Προτιμούσε το οστώδες κομμάτι των βραχέων πλευρών βοείου κρέατος.

03

οστέινος, αποτελούμενος από οστά

composed of or containing bone 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

boniness
bonyness
bony
bone
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store