Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Mealtime
01
ώρα του γεύματος, ώρα φαγητού
the hour at which a meal is habitually or customarily eaten
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
mealtimes
Λεξικό Δέντρο
mealtime
meal
time



























