mealtime
meal
ˈmi:l
mil
time
taɪm
taim
meantime

Ορισμός και σημασία του "mealtime"στα αγγλικά

01

ώρα του γεύματος, ώρα φαγητού

the hour at which a meal is habitually or customarily eaten 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
mealtimes
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store