Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
lonesome
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most lonesome
συγκριτικός βαθμός
more lonesome
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Despite being surrounded by people, she could n’t shake her lonesome feelings.
Παρόλο που ήταν περιτριγυρισμένη από ανθρώπους, δεν μπορούσε να ξεφορτωθεί τα συναισθήματα μοναξιάς της.
02
μοναχικός, απομονωμένος
being the only one; single and isolated from others
Παραδείγματα
The hiker found himself in a lonesome valley, surrounded only by the sounds of nature.
Ο πεζοπόρος βρέθηκε σε μια μοναχική κοιλάδα, περιβαλλόμενος μόνο από τους ήχους της φύσης.
Λεξικό Δέντρο
lonesomeness
lonesome
lone



























