lone
lone
ləʊn
lewn
leone

Ορισμός και σημασία του "lone"στα αγγλικά

01

μοναχικός, μόνος

alone and without any companions 
lone definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
lonest
συγκριτικός βαθμός
loner
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The film tells the story of a lone hero who takes on a quest alone. 

Η ταινία αφηγείται την ιστορία ενός μοναχικού ήρωα που αναλαμβάνει μια αποστολή μόνος.

02

μοναχικός, απομονωμένος

isolated and without any support 
Παραδείγματα
She was a lone advocate for the new policy, facing resistance from her colleagues. 

Ήταν η μοναδική υποστηρίκτρια της νέας πολιτικής, αντιμετωπίζοντας αντίσταση από τους συναδέλφους της.

03

μοναχικός, απομονωμένος

preferring to be alone 
Παραδείγματα
The lone hiker trekked across the mountain, enjoying the peaceful isolation. 

Ο μοναχικός πεζοπόρος διέσχισε το βουνό, απολαμβάνοντας την ειρηνική απομόνωση.

04

μοναχικός, μονογονεϊκός

(of a parent) raising a child or children without the support or presence of a partner 
Dialectbritish flagBritish
Παραδείγματα
The lone parent juggled work and childcare duties to provide for her family. 

Ο μονός γονέας ισορρόπησε τη δουλειά και τα καθήκοντα φροντίδας των παιδιών για να συντηρήσει την οικογένειά του.

05

απομονωμένος, απρόσιτος

(of a place) infrequently visited, remote, and isolated from more populated or developed areas 
Παραδείγματα
They chose a lone cabin in the woods for a peaceful retreat away from the city. 

Επέλεξαν ένα μοναχικό καλύβα στο δάσος για μια γαλήνια υποχώρηση μακριά από την πόλη.

Λεξικό Δέντρο

lonely
lonesome
lone
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store