lone
lone
loʊn
λουν
British pronunciation
/lˈə‍ʊn/

Ορισμός και σημασία του "lone"στα αγγλικά

01

μοναχικός, μόνος

alone and without any companions
lone definition and meaning
example
Παραδείγματα
The lone survivor of the plane crash was rescued after days lost in the jungle.
Ο μοναδικός επιζών της συντριβής του αεροπλάνου διασώθηκε μετά από μέρες χαμένες στη ζούγκλα.
02

μοναχικός, απομονωμένος

isolated and without any support
example
Παραδείγματα
The lone researcher struggled to find support for his unconventional theory.
Ο μοναχικός ερευνητής αγωνίστηκε να βρει υποστήριξη για τη μη συμβατική θεωρία του.
03

μοναχικός, απομονωμένος

preferring to be alone
example
Παραδείγματα
He was a lone wanderer, exploring new places and meeting new people on his own terms.
Ήταν ένας μοναχικός περιπλανώμενος, εξερευνώντας νέα μέρη και γνωρίζοντας νέα άτομα με τους δικούς του όρους.
04

μοναχικός, μονογονεϊκός

(of a parent) raising a child or children without the support or presence of a partner
Dialectbritish flagBritish
example
Παραδείγματα
The lone parent struggled with balancing her career and the demands of raising two young kids alone.
Ο μονός γονέας αγωνίστηκε να ισορροπήσει την καριέρα του και τις απαιτήσεις της ανατροφής δύο μικρών παιδιών μόνος.
05

απομονωμένος, απρόσιτος

(of a place) infrequently visited, remote, and isolated from more populated or developed areas
example
Παραδείγματα
Living in a lone, remote area meant relying on a long drive for basic supplies.
Η ζωή σε μια μοναχική, απομακρυσμένη περιοχή σήμαινε να βασίζεσαι σε μια μεγάλη οδήγηση για βασικές προμήθειες.

Λεξικό Δέντρο

lonely
lonesome
lone
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

stars

app store