Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
abusive
Παραδείγματα
The abusive remarks from her boss made her dread going to work.
Οι κακοποιητικές παρατηρήσεις του αφεντικού της την έκαναν να φοβάται να πάει στη δουλειά.
02
κακοποιητικός, βίαιος
treating someone cruelly and violently, especially in a physical or psychological way
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most abusive
συγκριτικός βαθμός
more abusive
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The child was removed from an abusive household for their safety.
Το παιδί αφαιρέθηκε από ένα κακοποιητικό νοικοκυριό για την ασφάλειά του.
Παραδείγματα
The company's abusive practices toward its workers were deemed illegal by the labor board.
Οι καταχρηστικές πρακτικές της εταιρείας απέναντι στους εργαζομένους της κρίθηκαν παράνομες από το εργατικό συμβούλιο.



























