Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to kick out
01
διώχνω, απολύω
to forcefully remove someone from an office or position
Transitive: to kick out sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
kick
ενεστώτας
kick out
γ΄ ενικό πρόσωπο
kicks out
ενεστώτα μετοχή
kicking out
απλός αόριστος
kicked out
παθητική μετοχή
kicked out
Παραδείγματα
The board of directors kicked out the CEO after a series of scandals.
Το διοικητικό συμβούλιο απέλυσε τον CEO μετά από μια σειρά σκανδάλων.
02
διώχνω, εκδιώκω
to forcefully make someone leave a place or residence
Transitive: to kick out sb
Παραδείγματα
The landlord is threatening to kick out the tenants if they don't pay their rent.
Ο ιδιοκτήτης απειλεί να ξεφορτώσει τους ενοικιαστές αν δεν πληρώσουν το ενοίκιο.
03
χαλάω, αποσυνδέομαι
to suddenly malfunction, cease operating, or lose connection
Intransitive
Παραδείγματα
The computer keeps kicking out, making it difficult to work.
Ο υπολογιστής συνεχίζει να κρασάρει, δυσκολεύοντας την εργασία.
04
διώχνω, πετώ έξω
to strike someone or something with one's legs out of anger or frustration
Transitive: to kick out at a target
Παραδείγματα
The toddler is kicking out at her mother because she doesn't want to take a bath.
Το νήπιο κλωτσά τη μητέρα του επειδή δεν θέλει να κάνει μπάνιο.
05
επαναστατώ, αντιδρώ βίαια
to violently react against something or someone that angers or upsets one
Intransitive
Παραδείγματα
The protester kicked out when police officer tried to arrest them.
Ο διαδηλωτής κλώτσησε όταν ο αστυνομικός προσπάθησε να τον συλλάβει.



























