Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
keenly
01
έντονα, με ανυπομονησία
with strong enthusiasm or eagerness for something
Dialect
British
Παραδείγματα
The film was keenly awaited by critics and fans alike.
Η ταινία ανυπομονητικά αναμενόταν από κριτικούς και θαυμαστές.
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
She was keenly aware of the tension in the room.
Ήταν οξύ ενήμερη της έντασης στο δωμάτιο.
Παραδείγματα
The child observed the experiment keenly and made accurate predictions.
Το παιδί παρατήρησε το πείραμα οξυδερκώς και έκανε ακριβείς προβλέψεις.
03
έντονα, ανταγωνιστικά
in a competitive or intense manner, especially in business, sports, or markets
Dialect
British
Παραδείγματα
The products were keenly priced to attract budget-conscious buyers.
Τα προϊόντα ήταν έξυπνα τιμολογημένα για να προσελκύσουν αγοραστές που προσέχουν τον προϋπολογισμό.
Λεξικό Δέντρο
keenly
keen



























