Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
jutting
01
προεξέχων, εμφανής
extending out or projecting in a way that is noticeable
Παραδείγματα
The mountain's jutting peaks could be seen from miles away, serving as a landmark for hikers.
Οι προεξέχουσες κορυφές του βουνού μπορούσαν να φανούν από μίλια μακριά, χρησιμεύοντας ως ορόσημο για τους πεζοπόρους.
Jutting
01
προεξοχή, εξοχή
the act of projecting out from something
Λεξικό Δέντρο
jutting
jut



























