Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to juxtapose
01
παραθέτω, τοποθετώ δίπλα-δίπλα
to place two or more things side by side, especially for the purpose of comparison
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
juxtapose
γ΄ ενικό πρόσωπο
juxtaposes
ενεστώτα μετοχή
juxtaposing
απλός αόριστος
juxtaposed
παθητική μετοχή
juxtaposed
Παραδείγματα
The artist juxtaposed bright colors with dark shadows to create tension.
Ο καλλιτέχνης αντιπαρατέθηκε φωτεινά χρώματα με σκοτεινές σκιές για να δημιουργήσει ένταση.
Λεξικό Δέντρο
juxtaposed
juxtaposition
juxtapose



























