K-hole
K
keɪhəʊl
keihewl
hole
keyhole

Ορισμός και σημασία του "K-hole"στα αγγλικά

01

Τρύπα Κ, Λάκκος Κ

a state of intense dissociation caused by high doses of ketamine, often described as out-of-body or near-death 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
K-holes
Παραδείγματα
He went into a K-hole and couldn't move for a while. 

Μπήκε σε K-hole και δεν μπορούσε να κινηθεί για λίγο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store