die Mühe
Pronunciation
/ˈmyːə/

Ορισμός και σημασία του "mühe"στα γερμανικά

Die Mühe
[gender: feminine]
01

προσπάθεια, κόπος

Eine Anstrengung, um etwas zu erreichen oder gut zu machen
die Mühe definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Mühe
πληθυντικός τύπος
Mühen
Παραδείγματα
Sie hat ohne Mühe gewonnen.
Κέρδισε χωρίς προσπάθεια.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store