die we
ˈmø:
meu
we

Ορισμός και σημασία του "möwe"στα γερμανικά

01

γλάρος, θαλασσοπούλι

Ein mittelgroßer bis großer Seevogel mit weißem oder grauem Gefieder, der oft an Küsten lebt und sich von Fischen und Abfällen ernährt 
die Möwe definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Möwe
πληθυντικός τύπος
Möwen
Παραδείγματα
Die Möwe fliegt über das Meer und sucht nach Fischen. 

Ο γλάρος πετάει πάνω από τη θάλασσα και ψάχνει για ψάρια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store