der mörder
mörder
mœɐdɐ
moed
mörser

Ορισμός και σημασία του "mörder"στα γερμανικά

01

δολοφόνος, φονιάς

Eine Person, die absichtlich jemanden getötet hat 
der Mörder definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Mörder
αρσενικό ενικό
Mörder
θηλυκό ενικό
Mörderin
neutral form
Täter
γενική πτώση
Mörders
Παραδείγματα
Der Mörder wurde von der Polizei gefasst. 

Ο δολοφόνος συνελήφθη από την αστυνομία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store