Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
mühelos
01
χωρίς προσπάθεια, εύκολος
Ohne große Anstrengung oder Schwierigkeiten
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am mühelosesten
συγκριτικός βαθμός
müheloser
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Das war eine mühelose Aufgabe.
Αυτή ήταν μια ανεπιτήδευτη εργασία.
Λεξικό Δέντρο
mühelos
mühe
los



























