Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Müllberg
[gender: masculine]
01
βουνό σκουπιδιών, σωρός απορριμμάτων
Ein großer Haufen von Müll, oft an Deponien oder im Freien
Παραδείγματα
Tiere leben manchmal auf dem Müllberg.
Τα ζώα ζουν μερικές φορές στον χωματερή.


























