Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Müllabfuhr
[gender: feminine]
01
φορτηγό απορριμμάτων, συλλογή απορριμμάτων
Fahrzeug oder Dienst zum regelmäßigen Einsammeln von Hausmüll
Παραδείγματα
Die Stadt organisiert die Müllabfuhr.
Η πόλη οργανώνει τη συλλογή απορριμμάτων.


























