die Mühle

Ορισμός και σημασία του "mühle"στα γερμανικά

Die Mühle
[gender: feminine]
01

μύλος, αλέστρα

hand- oder motorbetriebenes Küchengerät zum Zerkleinern oder Mahlen von Gewürzen, Kaffee o. Ä.
die Mühle definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Mühle
πληθυντικός τύπος
Mühlen
Παραδείγματα
Die elektrische Mühle arbeitet sehr leise.
Ο ηλεκτρικός μύλος λειτουργεί πολύ ήσυχα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store