der Müll
Pronunciation
/mʏl/

Ορισμός και σημασία του "müll"στα γερμανικά

Der Müll
[gender: masculine]
01

σκουπίδια, απορρίμματα

Der Abfall, den man wegwirft
der Müll definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Müll(e)s
πληθυντικός τύπος
Müll
Παραδείγματα
Plastikmüll ist ein Problem.
Το πλαστικό σκουπίδι είναι πρόβλημα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store