der müll
müll
mʏl
mul

Ορισμός και σημασία του "müll"στα γερμανικά

01

σκουπίδια, απορρίμματα

Der Abfall, den man wegwirft 
der Müll definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Müll
γενική πτώση
Müll(e)s
Παραδείγματα
Wirf den Müll in die Tonne! 

Πέτα τα σκουπίδια στον κάδο!

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store