Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Müdigkeit
01
Zustand körperlicher oder geistiger Erschöpfung , -
γραμματικές πληροφορίες
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Müdigkeit
Παραδείγματα
Nach mehreren Stunden harter Arbeit spürte er starke Müdigkeit.



























