Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Müllberg
01
βουνό σκουπιδιών, σωρός απορριμμάτων
Ein großer Haufen von Müll, oft an Deponien oder im Freien
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Müllbergs
πληθυντικός τύπος
Müllberge
Παραδείγματα
Der Müllberg wächst jedes Jahr größer.
Το βουνό των σκουπιδιών μεγαλώνει κάθε χρόνο.



























