die mühe
müh
ˈmy:
my
e
ə
ē
mühle

Ορισμός και σημασία του "mühe"στα γερμανικά

01

προσπάθεια, κόπος

Eine Anstrengung, um etwas zu erreichen oder gut zu machen 
die Mühe definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Mühen
γενική πτώση
Mühe
Παραδείγματα
Vielen Dank für deine Mühe! 

Ευχαριστώ πολύ για την προσπάθειά σου!

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store