laufen
laufen
laʊ̯fɐn
lawfn
lauten

Ορισμός και σημασία του "laufen"στα γερμανικά

laufen
01

τρέχω, κινώ γρήγορα

Schnell mit den Füßen bewegen 
laufen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
laufe
γ΄ ενικό πρόσωπο
läuft
ενεστώτα μετοχή
laufend
απλός αόριστος
lief
παθητική μετοχή
gelaufen
Παραδείγματα
Ich laufe jeden Morgen. 

Τρέχω κάθε πρωί.

02

περπατώ

Sich in normalem Tempo gehend fortbewegen 
laufen definition and meaning
Παραδείγματα
Ich laufe zur Arbeit. 

Εγώ περπατάω στη δουλειά.

03

ρέω

Sich als Flüssigkeit bewegen 
laufen definition and meaning
Παραδείγματα
Das Wasser läuft in den Abfluss. 

Το νερό ρέει στην αποχέτευση.

04

προχωρώ, εξελίσσομαι

Ablaufen oder sich entwickeln 
Παραδείγματα
Die Verhandlungen laufen positiv. 

Οι διαπραγματεύσεις προχωρούν θετικά.

05

λειτουργώ, δουλεύω

Technisch funktionieren 
Παραδείγματα
Der Kühlschrank läuft 24 Stunden am Tag. 

Το ψυγείο λειτουργεί 24 ώρες την ημέρα.

06

είναι έγκυρο, είναι σε ισχύ

Rechtliche Gültigkeit besitzen 
Παραδείγματα
Mein Visum läuft noch 6 Monate. 

Η βίζα μου τρέχει ακόμη 6 μήνες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store