Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
lateinisch
01
λατινικός, λατινική
Die lateinische Sprache oder die antike römische Kultur betreffend
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Die Messe wurde bis 1965 auf Lateinisch gehalten.
Η λειτουργία τελούνταν στα λατινικά μέχρι το 1965.



























