lateinisch
lateinisch
lataɪ̯nɪʃ
latainish

Ορισμός και σημασία του "lateinisch"στα γερμανικά

lateinisch
01

λατινικός, λατινική

Die lateinische Sprache oder die antike römische Kultur betreffend 
lateinisch definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Die lateinische Grammatik hat viele europäische Sprachen beeinflusst. 

Η λατινική γραμματική έχει επηρεάσει πολλές ευρωπαϊκές γλώσσες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store