Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ausschließen
01
αποκλείω, απορρίπτω
Etwas als unmöglich oder nicht zutreffend erklären
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
aus
βασικό ρήμα
schließen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
schließe aus
γ΄ ενικό πρόσωπο
schließt aus
ενεστώτα μετοχή
ausschließend
απλός αόριστος
schloss aus
παθητική μετοχή
ausgeschlossen
Παραδείγματα
Das kann man nicht ganz ausschließen.
Αυτό δεν μπορεί να αποκλειστεί εντελώς.
02
αποβάλλω, αποκλείω
Jemanden aus einer Gruppe, Organisation oder Aktivität entfernen
Παραδείγματα
Sie schlossen ihn aus der Partei aus.
Τον απέκλεισαν από το κόμμα.
03
κλειδώνω τον εαυτό μου έξω, βρίσκομαι κλειδωμένος έξω
Aus Versehen sich selbst aussperren
Παραδείγματα
Das Kind hat sich ausgeschlossen.
Το παιδί κλείδωσε τον εαυτό του έξω.
04
αποκλείω, κλειδώνω
Jemanden oder etwas nicht hineingehen lassen, z. B. durch Abschließen
Παραδείγματα
Ich habe den Hund jetzt ausgeschlossen.
Τώρα απέκλεισα τον σκύλο.



























