wehrpflichtweswegen
από 4
wehrpflichtweswegen
wehrpflicht[n]
wehtun[v]

πονάω,πληγώνω

weibchen[n]
weiblich[adj]

θηλυκός

weich[adj]

μαλακός,απαλός

weichtier[n]
weide[n]

βοσκότοπος,λιβάδι

weiden[v]
weigern[v]

αρνούμαι,απορρίπτω

weihnachten[n]

Χριστούγεννα,Γιορτή των Χριστουγέννων

weihnachtsgeschenk[n]
weil[conj]

γιατί, επειδή

wein[n]

κρασί,κρασί

weinbaugebiet[n]
weinen[v]

κλαίω,χύνω δάκρυα

weinglas[n]

ποτήρι κρασιού,ποτήρι για κρασί

weinreise[n]
weintraube[n]
weinverkostung[n]

γευσιγνωσία κρασιού,δοκιμή κρασιών

weise[adj][n]

σοφός,φρόνιμος • τρόπος, μέθοδος

weisen[v]
weisheit[n]

σοφία,φρόνηση

weiß[adj]

άσπρος,άσπρη

weissagung[n]

προφητεία,πρόβλεψη

weißbier[n]

μπύρα σίτου,βάισμπιρ

weißkohl[n]
weisung[n]
weisungsgebunden[adj]
weit[adj][adv]

μακρινός,απομακρυσμένος • πολύ,εξαιρετικά

weitaus[adv]
weite[n]

ευρύτητα,απεραντοσύνη

weiter[adv][adj]
weiterbeschäftigen[v]
weiterbeschäftigung[n]
weiterbilden[v]
weiterbildung[n]

συνεχιζόμενη εκπαίδευση,επαγγελματική ανάπτυξη

weiterführen[v]
weitergeben[v]
weitergehen[v]
weiterkommen[v]
weitermachen[v]

συνεχίζω,προχωρώ

weiterreichen[v]
weiterschlafen[v]

συνεχίζω να κοιμάμαι,ξανακοιμάμαι

weiterziehen[v]
weitgehend[adj]
weitreichend[adj]
weizen[n]
welcher[adv]

ποιος,ποια

welle[n]

κύμα,κυματισμός

wellensittich[n]
wellig[adj]
wellness[n]
welpe[n]
wels[n]

γατόψαρο,γλίνος

welt[n]

κόσμος,σύμπαν

weltall[n]

διάστημα,σύμπαν

weltbevölkerung[n]
weltkrieg[n]

παγκόσμιος πόλεμος,παγκόσμια σύγκρουση

weltnaturschutzunion[n]
weltpolitik[n]
weltraum[n]
weltraumforschung[n]
weltweit[adj]

παγκόσμιος,παγκόσμιας εμβέλειας

wenden[v]

στρίβω,γυρίζω

wendepunkt[n]

σημείο καμπής,στροφή

wendung[n]
wenig[adj]

λίγο,μικρός

wenigstens[adv]

τουλάχιστον,έστω

wenn[conj]

αν,όταν

wer[pron]

ποιος

werbeaktion[n]

διαφημιστική καμπάνια,προωθητική δράση

werbeseite[n]
werbespruch[n]

διαφημιστικό σλόγκαν,διαφημιστικό ρητό

werbewirksam[adj]
werbung[n]

διαφήμιση,ανακοίνωση

werdegang[n]

διαδρομή καριέρας,εξέλιξη

werden[v]

γίνομαι,μετατρέπομαι σε

werfen[v]

πετώ,ρίχνω

werk[n]

έργο,δημιούργημα

werkstatt[n]

εργαστήριο,εργοστάσιο

werkstoff[n]
werkstudent[n]

εργαζόμενος φοιτητής,φοιτητής πρακτικής άσκησης

werkzeug[n]

εργαλείο,όργανο

wert[n][adj]

αξία,σημασία • πολύτιμος,χρήσιμος

wertigkeit[n]
wertlos[adj]

άχρηστος,άνευ αξίας

wertpapier[n]
wertsache[n]
wertschätzen[v]
wertschöpfung[n]
wertstoffhof[n]

κέντρο ανακύκλωσης,σημείο συλλογής ανακυκλώσιμων υλικών

wertvoll[adj]

πολύτιμος,αξιόλογος

wesen[n]

φύση,ουσία

wesentlich[adj]

ουσιαστικός,θεμελιώδης

weshalb[adv]

γιατί,για ποιο λόγο

wespe[n]
weste[n]

γιλέκο,βεστ

westen[n]

δύση,δυτικά

westlich[adj]
weswegen[adv]

γιατί,για ποιο λόγο

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή