Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
weitergehen
01
- , -
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ομαλό
χωριστό
μόριο
weiter
βασικό ρήμα
gehen
βοηθητικό ρήμα
haben
απλός αόριστος
ging weiter
παθητική μετοχή
weitergegangen
Παραδείγματα
Auch diese Debatte wird zweifellos weitergehen.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
weitergehen
weiter
gehen



























