Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
weiß
[comparative form: weißer][superlative form: weißeste-]
01
άσπρος, άσπρη
Farbe von Schnee oder Milch
Παραδείγματα
Das Papier ist blütenweiß.
Το χαρτί είναι άσπρο σαν το χιόνι.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
άσπρος, άσπρη