weiß
Pronunciation
/vaɪs/

Ορισμός και σημασία του "weiß"στα γερμανικά

weiß
[comparative form: weißer][superlative form: weißeste-]
01

άσπρος, άσπρη

Farbe von Schnee oder Milch
weiß definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
weißeste-
συγκριτικός βαθμός
weißer
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Das Papier ist blütenweiß.
Το χαρτί είναι άσπρο σαν το χιόνι.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store