Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
wenden
01
στρίβω, γυρίζω
In die entgegengesetzte Richtung drehen oder fahren
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
wende
γ΄ ενικό πρόσωπο
wendet
ενεστώτα μετοχή
wendend
απλός αόριστος
wendete
παθητική μετοχή
gewendet
Παραδείγματα
Sie müssen zurückfahren, aber hier dürfen Sie nicht wenden.
Πρέπει να οδηγήσετε προς τα πίσω, αλλά εδώ δεν επιτρέπεται να στρίψετε.
02
απευθύνομαι σε, επικοινωνώ με
Sich an jemanden oder etwas wenden, also um Hilfe oder Information bitten
Παραδείγματα
Sie können sich jederzeit an mich wenden.
Μπορείτε να απευθυνθείτε σε μένα ανά πάσα στιγμή.
03
αναποδογυρίζω, γυρίζω
Etwas umdrehen oder von einer Seite auf die andere drehen
Παραδείγματα
Er wendete das Steak auf dem Grill.
Αυτός γύρισε το μπριζόλα στη σχάρα.



























